Οινοποιητική Μονεμβασιάς Τσιμπίδη

Αναζήτηση

Εφαρμογή μοριακής ταυτοποίησης και οινικής αξιολόγησης για τη διάκριση της ποικιλίας «Ασπρούδι» του αμπελώνα της Οινοποιητικής Μονεμβασιάς, σε επιμέρους ποικιλίες.

Merkouropoulos, G., Miliordos, D. E., Hatzopoulos, P., & Kotseridis, Y. (2018).
“Ο όρος «Ασπρούδι», αντιπροσωπεύει περίπτωση υποκορι-σμού ένα φαινόμενο αρκετά σύνηθες στην ελληνική γλώσσα, μέσω του οποίου παράγον- ται νέες λέξεις που εμπλουτίζουν με εύχαρη προδιάθεση το αρχικό λεξικό μόρφημα (δηλαδή το θέμα της λέξης) προσδίδοντάς του νέες ιδιότητες.”

Ο Γιώργος Τσιμπίδης κατανοώντας τις δυνατότητες που προσφέρει η σύγχρονη τεχνολογία, θέλησε να εξετάσει το γηγενές υλικό που ο ίδιος «κληρονόμησε» στη νοτιοανατολική άκρη της Πελοποννήσου, να αξιολογήσει τα διαφορετικά κλήματα που το απαρτίζουν και να προσδιορίσει το ρόλο του καθενός στο τελικό αποτέλεσμα, ώστε να βελτιώσει τα προϊόντα του, ή ακόμη και να παράξει νέα. Έτσι, ξεκίνησε ερευνητικό πρόγραμμα μοριακής ταυτοποίησης και οινικής αξιολόγησης της ποικιλίας με εξειδικευμένους επιστήμονες του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών και του Ελληνικού Γεωργικού Οργανισμού «Δήμητρα».

Ετυμολογικά, ο όρος «Ασπρούδι», αντιπροσωπεύει περίπτωση υποκορισμού, φαινόμενο αρκετά σύνηθες στην ελληνική γλώσσα, μέσω του οποίου παράγονται νέες λέξεις που εμπλουτίζουν με εύχαρη προδιάθεση το αρχικό λεξικό μόρφημα (δηλαδή το θέμα της λέξης) προσδίδοντάς του νέες ιδιότητες.

Στο χώρο της αμπελουργίας, ο όρος «Ασπρούδι» (και η παραλλαγή του «Ασπρούδα»), αποτελεί έναν γενικό όρο που μέχρι τώρα έχει λειτουργήσει ως λεκτικό αποθετήρο για την ομαδοποίηση πλειάδας διαφορετικών ποικιλιών οι οποίες κατηγοριοποιήθηκαν στην ίδια ετερογενή ομάδα αποκλειστικά με βάση τον λευκό χρωματισμό στις ράγες τους. Σε τοπικό επίπεδο στο παρελθόν, αυτή η πρακτική δεν οδηγούσε σε ουσιαστικές ασάφειες. Σήμερα όμως, που οι αποστάσεις και τα σύνορα έχουν εκμηδενιστεί, τίθεται ουσιαστικό ζήτημα όσον αφορά το φυτικό υλικό που αντιπροσωπεύει η ονομασία. Η επιθυμία και η ανάγκη για αξιολόγηση και αξιοποίηση καθιστά απολύτως αναγκαία την ακριβή ταυτοποίηση κάθε μονάδας και επομένως τον διαχωρισμό και την ανάδειξή τους σε διακριτές ποικιλίες με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.

Η μοριακή ταυτοποίηση των επιλεγμένων πρέμνων βασίστηκε σε συνολικά 10 μικροδορυφορικούς δείκτες (micro-satellite ή simple sequence repeats– SSR, απλές επαναλαμβανόμενες αλληλουχίες). Εν ολίγοις, η μεθοδολογία περιλαμβάνει απομόνωση γενωμικού DNA από τα συλλεχθέντα δείγματα, εφαρμογή αλυσιδωτής αντίδρασης πολυμεράσης (Polymerase Chain Reaction – PCR), ανάλυση των αποτελεσμάτων σε τριχοειδή ηλεκτροφόρηση, και κατασκευή δενδρογράμματος όπου φαίνονται οι σχέσεις συγγένειας μεταξύ των ατόμων της ανάλυσης.

Η τελευταία ανάλυση (καλοκαίρι 2019), κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι Ασπρούδες διαχωρίζονται σε συνολικά επτά ομάδες και δε θεωρείται ιδιαίτερα πιθανό, ότι μια ευρύτερη δειγματοληψία στο μέλλον, θα διακρίνει περισσότερες ομάδες της ποικιλίας Ασπρούδες του συγκεκριμένου αμπελώνα.

Οι κλασικές αναλύσεις οίνου έδειξαν ότι τα χαρακτηριστικά κάθε ομάδας διαφέρουν, και κατά συνέπεια αναδεικνύεται η σημασία της διάκρισης των «γενετικών» ομάδων μέσα στην ποικιλία. Κάθε «γενετική» ομάδα που βρίσκεται στον συγκεκριμένο αμπελώνα προσδίδει στο τελικό προϊόν τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.

καλωσορίσατε στο
κελάρι μας